Οι καταστροφές των τελευταίων χρόνων και η κλιματική αλλαγή κάνουν επιτακτική την αλλαγή φιλοσοφίας στην προστασία από πυρκαγιά, τόσο για το κέλυφος όσο και για τον σκελετό των κτιρίων. Αυτό ισχύει ιδίως όταν το κτίριο γειτνιάζει με δάσος ή με κτίρια, συνήθως επαγγελματικά, και εγκαταστάσεις που έχουν αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιάς.
Υπάρχει και ένας ακόμα λόγος. Για να δεχτεί μια ασφαλιστική εταιρεία να ασφαλίσει ένα κτίριο, και μάλιστα με λογικά ασφάλιστρα, το κτίριο πρέπει να έχει ορισμένες ιδιότητες που, όπως δείχνει η εμπειρία, δεν είναι αυτονόητες στην ελληνική πραγματικότητα.
Ως μελετητές και κατασκευαστές μεταλλικών και σύμμεικτων κτιρίων έχουμε ιδιαίτερη ευαισθησία στο θέμα της φωτιάς, γιατί είναι το μόνο σημείο όπου ο σκελετός των συμβατικών κτιρίων μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πλεονέκτημα. Γι’ αυτό δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή σε όσα ακολουθούν.
Τα βασικά που πρέπει να εφαρμόζονται στα σύμμεικτα κτίρια είναι:
Όταν το κτίριο γειτνιάζει με δάσος ή δέντρα, ή υπάρχει κίνδυνος να πέσουν πυρακτωμένα σωματίδια ή κουκουνάρια από τον αέρα, η στέγη κατασκευάζεται ιδανικά με συμπαγή κεκλιμένη πλάκα σκυροδέματος.
Πάνελ ή λαμαρίνα στέγης (κασσέτες ή ενιαία φύλλα, π.χ. zinc) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται, εκτός αν από κάτω υπάρχει κεκλιμένη πλάκα σκυροδέματος ή πολύ καλή πυροπροστασία με τις ειδικές μεμβράνες που κυκλοφορούν στην αγορά. Κάποιες από αυτές δίνουν και στεγάνωση, άρα είναι λύσεις «δύο σε ένα».
Τα γείσα κλείνονται από κάτω με άκαυστα υλικά, ώστε να μη μένουν κοιλότητες όπου εγκλωβίζονται θερμά σωματίδια.
Οι υδρορροές καθαρίζονται τακτικά ή καλύπτονται με πλέγμα, γιατί τα ξερά φύλλα που μαζεύονται εκεί παίρνουν φωτιά εύκολα.
Οι αεραγωγοί της στέγης προστατεύονται με μεταλλική άκαυστη σίτα με άνοιγμα περίπου 3 mm ή με ειδικά στόμια που δεν αφήνουν να περάσουν φλόγες και θραύσματα.
Τέλος, σφραγίζονται όλα τα σημεία από όπου θα μπορούσε να περάσει η φωτιά στο εσωτερικό, με ειδικά για αυτόν τον σκοπό πυράντοχα σφραγιστικά υλικά της αγοράς.
Αποφεύγουμε τη θερμοπρόσοψη από εξηλασμένη πολυστερίνη και προτιμάμε αυτήν από πετροβάμβακα.
Για τη μόνωση, τις επενδύσεις και τα πάνελ του κελύφους ζητάμε κατηγορία αντίδρασης στη φωτιά A1 ή A2 κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 13501-1, δηλαδή άκαυστα ή πρακτικά άκαυστα υλικά.
Τα ανοίγματα αερισμού στους τοίχους και στο κενό κάτω από το δάπεδο προστατεύονται με τον ίδιο τρόπο όπως στη στέγη.
Ο βασικός τρόπος για να μην μπει η φωτιά στο εσωτερικό της κατοικίας είναι τα πυράντοχα κουφώματα και υαλοπετάσματα.
Το απλό τζάμι σπάει από τη θερμική ακτινοβολία πριν φτάσει η φλόγα. Οι διπλοί υαλοπίνακες με τουλάχιστον ένα φύλλο σκληρυμένο (tempered) αντέχουν πολύ περισσότερο και μένουν στη θέση τους.
Στο πρώτο ενάμισι μέτρο γύρω από το κτίριο δεν αφήνουμε τίποτα που καίγεται, δηλαδή ξύλα, ξερά φυτά, ξύλινους φράχτες ή έπιπλα. Εκεί προτιμάμε χαλίκι, πλάκες ή σκυρόδεμα.
Ξύλινα δάπεδα, πέργκολες και φράχτες που ακουμπούν στο κτίριο λειτουργούν σαν φιτίλι προς τους τοίχους και τα κουφώματα. Όπου είναι δυνατόν τα κατασκευάζουμε από χάλυβα, σκυρόδεμα ή άλλα άκαυστα υλικά, ή τουλάχιστον τα χωρίζουμε από το κτίριο.
Όσα αναφέραμε μέχρι εδώ είναι παθητική προστασία, δηλαδή υλικά και λεπτομέρειες που δουλεύουν χωρίς να χρειάζεται κανείς να κάνει κάτι. Σε κτίρια κοντά σε δάσος αξίζει να προβλεφθούν και μέτρα που ενεργοποιούνται όταν πλησιάζει η φωτιά.
Το πιο αποτελεσματικό είναι ένα εξωτερικό σύστημα καταιονισμού νερού (sprinkler ή drencher) στη στέγη, στα γείσα και στη ζώνη γύρω από το κτίριο. Διαβρέχει τις επιφάνειες και τη βλάστηση πριν φτάσουν τα πυρακτωμένα σωματίδια και μειώνει πολύ την πιθανότητα ανάφλεξης.
Σε μια πυρκαγιά δασών το ρεύμα και το νερό του δικτύου συχνά κόβονται. Γι’ αυτό το σύστημα τροφοδοτείται από δική του δεξαμενή νερού, που μπορεί να είναι και η πισίνα, με αντλία που λειτουργεί με βενζίνη ή με γεννήτρια. Η αυτόνομη αυτή λειτουργία είναι η πιο σημαντική λεπτομέρεια.
Γύρω από το σπίτι προβλέπονται πυροσβεστικές φωλιές ή καρούλια με μάνικα αρκετού μήκους, ώστε να φτάνουν σε όλες τις πλευρές και στη στέγη, καθώς και εξωτερικές βρύσες σε κάθε όψη.
Η άρδευση του περιβάλλοντος χώρου σχεδιάζεται ώστε να μπορεί να λειτουργήσει όλη μαζί και να κρατά υγρή τη βλάστηση κοντά στο κτίριο.
Στο εσωτερικό τοποθετούνται ανιχνευτές καπνού και, όπου υπάρχει, κεντρικός διακόπτης για την παροχή υγραερίου. Η δεξαμενή υγραερίου τοποθετείται μακριά από το κτίριο και από βλάστηση.
Τέλος, τα μεταλλικά ρολά ή παντζούρια, αν κλείσουν έγκαιρα, προστατεύουν τα κουφώματα από την ακτινοβολία και τα πυρακτωμένα σωματίδια.
Είναι το τελευταίο που θα πρέπει να μας απασχολεί σε μια εξωτερική φωτιά, γιατί η φωτιά δεν πρέπει να φτάσει με τίποτα στο εσωτερικό, αλλά τον αναφέρουμε.
Ως λύση προτείνεται φυσικά η πυράντοχη βαφή, που όμως κοστίζει πολύ. Μια οικονομικότερη λύση είναι η επίχριση με βερμικουλίτη, που όμως απαιτεί ντύσιμο ή πολύ καλή λείανση της επιφάνειας.
Για τις κατοικίες η βέλτιστη λύση είναι η επένδυση του σκελετού με πυράντοχες γυψοσανίδες τύπου fireboard. Ο αριθμός και το πάχος των στρώσεων καθορίζονται από τη μελέτη της προμηθεύτριας εταιρείας. Εξαρτώνται από την απαιτούμενη κατηγορία πυραντίστασης του φέροντος οργανισμού (π.χ. R30, R60 ή R90 κατά EN 13501-2), από τον συντελεστή διατομής Am/V του μέλους, δηλαδή τον λόγο της εκτεθειμένης περιμέτρου προς το εμβαδόν της διατομής, και από την κρίσιμη θερμοκρασία του χάλυβα για τη συγκεκριμένη φόρτιση.
Η σχέση του σπιτιού με το δάσος είναι αμφίδρομη. Το κτίριο πρέπει να προστατεύεται από τη φωτιά, αλλά και το δάσος πρέπει να προστατεύεται από το κτίριο και από όσους ζουν σε αυτό. Πολλές πυρκαγιές ξεκινούν από αμέλεια σε οικόπεδα και αυλές.
Ο ιδιοκτήτης καθαρίζει το οικόπεδό του από ξερά χόρτα, κλαδιά και άλλα εύφλεκτα υλικά πριν από την αντιπυρική περίοδο, όπως προβλέπει και η σχετική πυροσβεστική διάταξη. Τα κλαδέματα απομακρύνονται και δεν καίγονται.
Κατά την αντιπυρική περίοδο αποφεύγουμε κάθε εργασία που βγάζει σπίθες ή φλόγα στο ύπαιθρο, όπως κοπή και συγκόλληση μετάλλων, τροχό ή κάψιμο υπολειμμάτων. Όπου είναι απαραίτητη, γίνεται με τα μέτρα και τις άδειες που ορίζει η νομοθεσία και με μέσα πυρόσβεσης δίπλα.
Οι ψησταριές και τα τζάκια χρησιμοποιούνται μόνο σε ασφαλή σημεία. Οι καμινάδες έχουν σπινθηροπαγίδα, ώστε να μη φεύγουν πυρακτωμένα σωματίδια προς τη βλάστηση.
Τα αυτοκίνητα δεν σταθμεύουν πάνω σε ξερά χόρτα, γιατί η θερμή εξάτμιση αρκεί για να ανάψει φωτιά. Οι ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις του περιβάλλοντος χώρου συντηρούνται σωστά.
Τέλος, κάθε ένδειξη πυρκαγιάς αναφέρεται αμέσως στο 199 ή στο 112. Τα πρώτα λεπτά κρίνουν αν μια μικρή εστία θα σβήσει ή θα γίνει καταστροφή.
Ένα σωστά μελετημένο και συντηρημένο σπίτι δεν προστατεύει μόνο τους ενοίκους του. Είναι και ένα λιγότερο σημείο κινδύνου για το δάσος και για τους γείτονες.
ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
(Παρακαλούμε συμπληρώστε την αντίστοιχη φόρμα επικοινωνίας για σύμμεικτο κτίριο ή βιομηχανικό, πριν μας καλέσετε)
Συνεσίου Κυρήνης 20, Λυκαβηττός,
Αθήνα 11471, Ελλάδα
©2026 Econ κτίρια χαλύβδινου σκελετού